πολεμάω
ρήμα1. Ενεργώ με σκοπό την ένοπλη ή άοπλη σύγκρουση εναντίον άλλου προσώπου, ομάδας ή κράτους για να επιβληθώ, να αποκρούσω ή να καταστρέψω τον αντίπαλο.
Συνώνυμα
πολεμώ πολεμίζω μάχομαι παλεύω συγκρούομαι αντιπαρατίθεμαι αντιμάχομαι αντιπαλεύω καταπολεμώ αγωνίζομαι τσακώνομαι δέρνομαι επιτίθεμαι πλακώνω σφάζομαι μονομαχώ ξιφομαχώ καυγαδίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο μέτωπο πολεμάω κάθε μέρα.
- Εδώ και μήνες πολεμάω τον καρκίνο.
- Κάθε μέρα πολεμάω την εξάρτησή μου.
- Στην κοινωνία πολεμάω την αδικία.
- Συχνά πολεμάω με τον εαυτό μου.
- Στο παιχνίδι πολεμάω για τη νίκη.