πλήρωση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να γεμίζει ένας χώρος, δοχείο ή κενό με υλικά, ουσίες ή αντικείμενα.
Συνώνυμα
γέμισμα συμπλήρωση εκπλήρωση πλήρωμα σφράγισμα αναπλήρωση κάλυψη επάνδρωση στελέχωση ολοκλήρωση υλοποίηση εξόφληση κορεσμός τελείωση πληρότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πλήρωση της θέσης θα γίνει τον Μάιο.
- Η πλήρωση του δεξαμενού ολοκληρώθηκε χθες το βράδυ.
- Η πλήρωση του δοντιού έγινε με σύνθετη ρητίνη.
- Η πλήρωση των προϋποθέσεων συμμετοχής ελέγχεται από την επιτροπή.
- Η πλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων είναι απαραίτητη για την έκδοση του πιστοποιητικού.