πλάκα

ουσιαστικό

1. Επίπεδο, σχετικά λεπτό κομμάτι από πέτρα, μέταλλο, κεραμίδι, πλαστικό ή άλλο στερεό υλικό, με καθορισμένο σχήμα και χρήση σε κατασκευές, δάπεδα, τοιχοποιίες ή ως επιφάνεια στήριξης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μην κάνεις πλάκα τώρα.
  • Το έκανε για πλάκα, χωρίς κακές προθέσεις.
  • Η πλάκα στο πεζοδρόμιο έχει ρωγμές.
  • Έπαθα πλάκα όταν είδα την είδηση.
  • Έκαναν πλάκα στον φίλο τους και τον τρόμαξαν.