πατέρας
ουσιαστικό1. Άνδρας που είναι βιολογικός γονέας ενός παιδιού.
2. Άνδρας που έχει νομική, κοινωνική ή πρακτική γονική ευθύνη και φροντίδα για την ανατροφή ενός παιδιού, είτε βιολογικά είτε με υιοθεσία ή ανάδοχη φροντίδα.
Συνώνυμα
μπαμπάς πατεράς πατερούλης πατεράκος μπαμπάκης μπαμπάκας γονέας γεννήτορας πατριός γονιός θεός νονός πατριάρχης προπάτορας πρόγονος παππούς κουμπάρος δημιουργός προστάτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας μου με δίδαξε να είμαι ειλικρινής.
- Έγινε πατέρας πριν από δύο χρόνια και είναι πολύ ευτυχισμένος.
- Ο πατέρας της σύγχρονης ιατρικής τιμήθηκε παγκοσμίως.
- Ο πατέρας της ενορίας μας λειτουργεί κάθε Κυριακή.
- Ο πατέρας έχει την επιμέλεια του παιδιού σύμφωνα με το δικαστήριο.