μπαμπάς
ουσιαστικό1. Άνδρας που έχει ένα ή περισσότερα παιδιά και αναλαμβάνει ρόλο γονέα, παρέχοντας φροντίδα, προστασία και συναισθηματική, υλική ή εκπαιδευτική στήριξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μπαμπάς μου πάντα μου διαβάζει παραμύθι πριν κοιμηθώ.
- Φώναξε τον μπαμπά όταν έσπασε κάτι.
- Έγινε μπαμπάς για πρώτη φορά πέρυσι.
- Οι μπαμπάδες στο πάρκο έπαιζαν με τα παιδιά.
- Μπορώ να ρωτήσω τον μπαμπά σου;