εγγονός
ουσιαστικόΑρσενικό πρόσωπο που είναι το παιδί του παιδιού κάποιου, δηλαδή το παιδί του παιδιού αυτού, είτε βιολογικά είτε με υιοθεσία ή θετή σχέση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εγγονός μου παίζει στον κήπο.
- Η γιαγιά χάιδεψε τον εγγονό της πριν φύγει.
- Το ποδήλατο του εγγονού χάλασε χτες το απόγευμα.
- Τα εγγόνια μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι για την τούρτα.
- Τον αποκαλούν εγγονό του μεγάλου δασκάλου, επειδή συνεχίζει το ίδιο έργο.