εγγόνι
ουσιαστικόΤέκνο του γιου ή της κόρης ενός ατόμου, δηλαδή άτομο που βρίσκεται μία γενιά κάτω από τους παππούδες ή τις γιαγιάδες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γιαγιά καμαρώνει για το εγγόνι της.
- Το εγγόνι έμαθε να περπατάει χθες.
- Όλοι έφεραν λουλούδια στο εγγόνι όταν γεννήθηκε.
- Στη διαθήκη αναφέρεται το εγγόνι ως νόμιμος κληρονόμος.
- Το εγγόνι κρατούσε σφιχτά το χέρι της γιαγιάς.