παππούς

ουσιαστικό

1. Άνδρας που είναι ο πατέρας ενός από τους γονείς ενός ατόμου, δηλαδή ο γονέας της μητέρας ή του πατέρα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παππούς μου διηγείται ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια.
  • Κάθε πρωί ο παππούς πίνει τον καφέ του στο μπαλκόνι.
  • Ο παππούς της γειτονιάς βοηθάει όποιον έχει ανάγκη.
  • Ο παππούς της επιστήμης θεωρείται ο ιδρυτής του κλάδου.
  • Ο παππούς μού έδειξε πώς να φυτεύω τα φασόλια.