παρασκευή
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή πράξη προετοιμασίας, σύνθεσης ή επεξεργασίας υλικών ή συστατικών ώστε να καταστούν κατάλληλα για χρήση, κατανάλωση ή εφαρμογή.
Συνώνυμα
ετοιμασία προετοιμασία σύνθεση επεξεργασία παραγωγή κατασκευή δημιουργία φτιάξιμο προπαρασκευή μαγείρεμα ανάμειξη χειροτεχνία εκχύλιση συνταγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Την παρασκευή θα έρθω στο γραφείο.
- Η παρασκευή του γλυκού απαιτεί υπομονή.
- Η παρασκευή του διαλύματος έγινε στο εργαστήριο.
- Για την παρασκευή του φαρμάκου απαιτείται ειδικός τεχνολόγος.
- Η παρασκευή των ρούχων στο εργοστάσιο είναι αυτοματοποιημένη.