παρακάμπτω
ρήμα1. Αλλάζω πορεία ή διαδρομή για να αποφύγω ένα εμπόδιο ή σημείο, προχωρώντας γύρω από αυτό αντί να το διασχίσω.
2. Παρακάμπτω διαδικασία, κανόνα ή περιορισμό προκειμένου να αποφύγω την προβλεπόμενη ή τυπική σειρά ενεργειών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα παρακάμπτω τον κλειστό δρόμο από ένα στενό σοκάκι.
- Στην κατάσταση αυτή παρακάμπτω τη γραφειοκρατία για να προχωρήσω γρήγορα.
- Στον υπολογιστή μου παρακάμπτω προσωρινά ένα σφάλμα με επανεκκίνηση.
- Αν κάποιος προσπαθεί να με καθυστερήσει, παρακάμπτω τις δικαιολογίες του και συνεχίζω.
- Στην παρουσίαση, παρακάμπτω λεπτομέρειες που αποσπούν την προσοχή και επικεντρώνομαι στο κύριο σημείο.