παράγω
ρήμα1. Εκτελώ διεργασίες ή εφαρμόζω εργαλεία και μεθόδους ώστε να προκύψει προϊόν, υλικό ή αποτέλεσμα από πρώτες ύλες, δεδομένα ή ενέργεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παράγω ηλεκτρική ενέργεια με τα ηλιακά πάνελ του σπιτιού.
- Παράγω προϊόντα στο εργοστάσιο σύμφωνα με τα πρότυπα ποιότητας.
- Από τα πειραματικά δεδομένα παράγω συμπεράσματα για την αιτία του φαινομένου.
- Με τη νέα διαδικασία παράγω λιγότερα απόβλητα και μειώνω το κόστος παραγωγής.
- Παράγω τη συνάρτηση f(x) για να βρω την κλίση της σε κάθε σημείο.