πανούργος
επίθετο1. Που χρησιμοποιεί πονηριά και επινοητικότητα για να πετύχει σκοπούς, συχνά με εξαπάτηση ή παραπλάνηση.
2. Που δείχνει ικανότητα να χειρίζεται καταστάσεις προς όφελός του με μεθοδικότητα και μυστικότητα.
Συνώνυμα
πονηρός παμπόνηρος δόλιος ραδιούργος ύπουλος εξαπατητικός παραπλανητικός επιτήδειος κατεργάρης δολοπλόκος εξυπνάκιας πονηρούλης αθέμιτος μοχθηρός ανέντιμος ευφυής μάγκας ξύπνιος αλεπού διπρόσωπος επινοητικός οξυδερκής εφευρετικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πανούργος απατεώνας απέσπασε τα χρήματά τους με ψευδείς υποσχέσεις.
- Ο πανούργος ελιγμός του πολιτικού απέτρεψε δυσάρεστες αποκαλύψεις.
- Ο διευθυντής ήταν πανούργος όταν παρουσίασε τα στατιστικά, κρύβοντας αρνητικά στοιχεία.
- Οι συνεργάτες του συνειδητοποίησαν πόσο πανούργος ήταν στις διαπραγματεύσεις.
- Ο πανούργος σχεδιασμός του έργου εντυπωσίασε αλλά προκάλεσε και υποψίες.