παλικαράκι
ουσιαστικό1. Μικρό ή νέο παλικάρι, νεαρός άνδρας ή αγόρι που ξεχωρίζει για το θάρρος, την ανδρεία ή τον ευγενή χαρακτήρα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παλικαράκι κατάφερε να ανεβεί στην κορυφή του βουνού μόνο του.
- Έλα εδώ, παλικαράκι μου, να σου διαβάσω μια ιστορία.
- Μπράβο στο παλικαράκι που ενδιαφέρθηκε και βοήθησε τον γείτονα.
- Τον αποκάλεσαν παλικαράκι με ειρωνικό ύφος για την απρονοησία του.
- Κάθε χωριό είχε ένα παλικαράκι που ήταν γνωστό για το θάρρος του.