παιδαγωγός
ουσιαστικόΠρόσωπο που έχει εξειδίκευση στην παιδαγωγική και ασχολείται με την οργάνωση, τη διεύθυνση και την εφαρμογή διαδικασιών αγωγής και διδασκαλίας με σκοπό την προαγωγή της μάθησης, της ανάπτυξης και της διαμόρφωσης δεξιοτήτων και συμπεριφορών σε μαθητές ή εκπαιδευόμενους σε σχολικά ή άλλα εκπαιδευτικά πλαίσια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παιδαγωγός στην τάξη εξήγησε το νέο πρόγραμμα στους μαθητές.
- Η παιδαγωγός του νηπιαγωγείου ασχολείται με την πρώιμη ανάπτυξη των παιδιών.
- Στον χώρο της ειδικής αγωγής, ο παιδαγωγός συνεργάζεται με ψυχολόγους και θεραπευτές.
- Ένας καλός παιδαγωγός δεν περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων, αλλά καλλιεργεί και αξίες.
- Στο πανεπιστήμιο, ο παιδαγωγός παρουσίασε τις νέες μεθόδους διδασκαλίας.