δασκάλα

ουσιαστικό

1. Γυναίκα που διδάσκει σε σχολείο ή άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα, υπεύθυνη για τη μετάδοση γνώσεων, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την παιδαγωγική καθοδήγηση των μαθητών.

Συνώνυμα

δάσκαλος εκπαιδευτικός παιδαγωγός καθηγήτρια καθηγητής διδάσκουσα διδάσκαλος δασκαλίτσα δασκαλίνα δασκάλισσα νηπιαγωγός εκπαιδέυτρια εκπαιδεύτρια προπονήτρια γυμνάστρια εισηγήτρια

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δασκάλα της πρώτης τάξης μας εξήγησε το μάθημα.
  • Η δασκάλα μου στο πιάνο με βοηθά να βελτιωθώ.
  • Ευχαριστήσαμε τη δασκάλα για τη βοήθειά της.
  • «δασκάλα», φώναξε ο μαθητής, «μπορείτε να επαναλάβετε;»
  • Η εμπειρία ήταν σκληρή δασκάλα, αλλά με δίδαξε πολλά.