εκπαιδευόμενη
ουσιαστικό1. Άτομο (θηλυκό) που λαμβάνει εκπαιδευτική κατάρτιση ή μαθαίνει δεξιότητες και γνώσεις στο πλαίσιο σχολείου, σεμιναρίου, επαγγελματικής κατάρτισης ή πρακτικής άσκησης.
Συνώνυμα
ασκούμενη μαθητευόμενη μαθητής μαθήτρια σπουδάστρια φοιτήτρια ρούκι νεοσύλλεκτη συμμετέχουσα σπουδαστής
Αντώνυμα
εκπαιδεύτρια δασκάλα καθηγήτρια προπονήτρια μέντορας επιβλέπουσα προϊσταμένη διδάσκουσα εισηγήτρια επιμορφώτρια βετεράνα διδάσκαλος παιδαγωγός δάσκαλος
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκπαιδευόμενη ολοκλήρωσε την πρακτική άσκηση με επιτυχία.
- Ο εκπαιδευτής εξήγησε τη διαδικασία στην εκπαιδευόμενη.
- Κάθε εκπαιδευόμενη στο πρόγραμμα έλαβε προσωπικό μέντορα.
- Η εταιρεία προσέλαβε την εκπαιδευόμενη για δοκιμαστική περίοδο.
- Η τεχνητή νοημοσύνη, ως εκπαιδευόμενη, βελτιωνόταν σταδιακά.