παγωμένος
επίθετο1. Που έχει μετατραπεί σε στερεή κατάσταση εξαιτίας θερμοκρασίας κάτω από το σημείο πήξης ή είναι καλυμμένο από πάγο.
2. Που έχει πολύ χαμηλή θερμοκρασία και προκαλεί αίσθηση έντονου κρύου στο άγγιγμα ή στο περιβάλλον.
Συνώνυμα
δεσμευμένος κατεψυγμένος παγερός κρύος ψυχρός μουδιασμένος σοκαρισμένος πετρωμένος ανενεργός αποσβολωμένος αφοπλισμένος συγκλονισμένος δροσερός άφωνος σαστισμένος καθηλωμένος παγερωμένος μαγκωμένος ακίνητος έκπληκτος αναίσθητος ακίνητο αμήχανος στατικός άναυδος ακινητοποιημένος εμβρόντητος κατάπληκτος πανικόβλητος σφιγμένος τρομαγμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άντρας βγήκε έξω και έμεινε παγωμένος.
- Ο παγωμένος καφές ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν.
- Ο παγωμένος ποταμός λάμπει κάτω από τον ήλιο.
- Όταν άκουσε τα νέα, έμεινε παγωμένος.
- Ο υπολογιστής έμεινε παγωμένος κατά τη διάρκεια της παρουσίασης.