πίκρα
ουσιαστικόΣυναίσθημα δυσφορίας και θλίψης που προκαλεί εσωτερική απογοήτευση και μελαγχολική διάθεση.
Συνώνυμα
πικρία πικρότητα πικραμάρα λύπη θλίψη στενοχώρια απογοήτευση οδύνη μνησικακία στεναχώρια αγανάκτηση μελαγχολία καημός απελπισία σπαραγμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα πίκρα όταν διάβασα το γράμμα.
- Η πίκρα της μαρμελάδας ήταν έντονη.
- Του έμεινε μια ανεξίτηλη πίκρα από την προδοσία.
- Δεν μπορούσε να κρύψει τη πίκρα του για την απόρριψη.
- Έμεινε με μια πίκρα στο στόμα μετά την τελευταία φράση.