ομοψυχία
ουσιαστικόΚατάσταση ή ιδιότητα ενός συνόλου ανθρώπων κατά την οποία επικρατεί κοινή βούληση και αμοιβαία υποστήριξη, ώστε τα μέλη να ενεργούν συνεκτικά και με συνέπεια προς την επίτευξη κοινού σκοπού, συχνά συνοδευόμενη από αίσθημα εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης.
Συνώνυμα
ομοφωνία ομόνοια σύμπνοια ενότητα συναίνεση συμφωνία συνοχή αλληλεγγύη συνεννόηση συνεργασία συσπείρωση συντροφικότητα συναδελφικότητα αλληλοκατανόηση συμπαράσταση αλληλοϋποστήριξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι βουλευτές ψήφισαν με ομοψυχία το νομοσχέδιο.
- Η ομοψυχία της κοινότητας φάνηκε όταν όλοι προσφέρθηκαν να βοηθήσουν.
- Η ομοψυχία ανάμεσα στα μέλη της ομάδας οδήγησε σε καλύτερα αποτελέσματα στον διαγωνισμό.
- Μετά την καταστροφή, επικράτησε ομοψυχία σε όλη τη χώρα.
- Η ομοψυχία στην οικογένειά τους ήταν πάντα πηγή δύναμης.