ομοιογένεια
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα σύνολο, υλικό ή φαινόμενο παρουσιάζει σταθερή και ομοειδώς κατανεμημένη σύνθεση ή χαρακτηριστικά σε όλη την έκτασή του.
Συνώνυμα
ομοιομορφία ομοιοτυπία ομοιότητα συνοχή ενότητα μονολιθικότητα ομαλότητα μονοτονία συμμόρφωση ταυτότητα συνέπεια
Αντώνυμα
ετερογένεια ανομοιογένεια ποικιλότητα διαφοροποίηση ετερομορφία ετερότητα παραλλαγή ποικιλία διασπορά διαφορετικότητα ανισότητα πολυμορφία ατομικότητα διάσπαση ιδιαιτερότητα χάσμα ανισορροπία ιδίωμα παραφωνία κάταγμα ιδιοσυγκρασία διασκορπισμός κατακερματισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομοιογένεια της ομάδας συνέβαλε στην αποδοτική συνεργασία.
- Στη χημεία, η ομοιογένεια του διαλύματος εξασφαλίζει αξιόπιστα αποτελέσματα.
- Η έλλειψη ομοιογένειας στην κατανομή των πόρων προκαλεί ανισότητες.
- Στην παραγωγή, ο έλεγχος της ομοιογένειας των πρώτων υλών είναι κρίσιμος.
- Οι πολιτικές που προωθούν την ομοιογένεια πολιτιστικά συχνά καταστέλλουν τη διαφορετικότητα.