ομαλός
επίθετο1. Που έχει λεία επιφάνεια χωρίς ανωμαλίες, τραχύτητα ή εξογκώματα.
2. Που είναι επίπεδος ή χωρίς απότομες κλίσεις και ανισοσταθμίες στο σχήμα ή στο ανάγλυφο.
3. Που εξελίσσεται ή λειτουργεί χωρίς διακοπές, διακυμάνσεις ή προβλήματα.
Συνώνυμα
επίπεδος ίσιος λείο απρόσκοπτος επίπεδο εύκολος απαλός ήρεμος σταθερός συνεχής ομοιόμορφος κανονικός φυσιολογικός απλός γυαλιστερός ευθύς συμμετρικός
Αντώνυμα
ανώμαλος τραχύς ακανόνιστος ανισόπεδος ταραχώδης δύσκολος διακοπτόμενος απρόβλεπτος ασταθής ιδιόρρυθμος παθολογικός προβληματικός σκληρός σπασμωδικός εκκεντρικός ανατρεπτικός παραμορφωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρόμος είναι ομαλός μετά τις εργασίες.
- Η θάλασσα είναι ομαλή σήμερα.
- Η μετάβαση στο νέο σύστημα ήταν ομαλή.
- Το έδαφος στην εξοχή είναι ομαλό και κατάλληλο για περπάτημα.
- Ο μαθητής προόδευσε με ομαλό ρυθμό όλη τη χρονιά.