οκνηρία
ουσιαστικόΚατάσταση ή διάθεση έλλειψης προθυμίας για σωματική ή πνευματική προσπάθεια, που εκδηλώνεται ως αποφυγή ή μείωση δραστηριοτήτων και μειωμένη κινητοποίηση για ανάληψη έργου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οκνηρία του φοιτητή τον εμπόδισε να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις.
- Από την οκνηρία της διοίκησης προέκυψαν σοβαρές καθυστερήσεις στις παραδόσεις.
- Δεν πρέπει να συγχωρούμε την οκνηρία όταν πρόκειται για την υγεία μας.
- Η οκνηρία του εργάτη καθυστέρησε την ολοκλήρωση του έργου.
- Τις Κυριακές επιτρέπεται λίγη οκνηρία και ξεκούραση.
- Αντί να κατηγορείς, άλλαξε συνήθειες και νίκησε την οκνηρία.