οικειότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση στενής συναισθηματικής σχέσης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα σε άτομα, που διευκολύνει την ανοιχτή και άμεση επικοινωνία.
Συνώνυμα
οικειοσύνη εξοικείωση εγγύτητα άνεση φιλικότητα αμεσότητα ζεστασιά συγγένεια γνωριμία τρυφερότητα εμπιστοσύνη ελευθεριότητα χαλαρότητα συντροφικότητα φιλία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα μεγάλη οικειότητα μαζί του από την πρώτη στιγμή.
- Έχω οικειότητα με τα προγράμματα επεξεργασίας εικόνων.
- Η σχέση τους χαρακτηριζόταν από βαθιά οικειότητα.
- Η υπερβολική οικειότητα μεταξύ συναδέλφων δημιούργησε προβλήματα στην επαγγελματική συμπεριφορά.
- Μετά από χρόνια στην πόλη, αισθάνθηκε οικειότητα στους δρόμους και τις γειτονιές.