ξεκάθαρα

επίρρημα

1. Με τρόπο που καθιστά κάτι κατανοητό και άμεσα αντιληπτό, χωρίς ασάφεια ή αμφιβολία.

2. Με τρόπο που εκφράζει ή παρουσιάζει κάτι με σαφήνεια και ευθύτητα, χωρίς υπαινιγμούς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μας είπε ξεκάθαρα πως δεν θα συμμετάσχει.
  • Η μελέτη δείχνει ξεκάθαρα τη συσχέτιση ανάμεσα στις δύο μεταβλητές.
  • Μπορούσα να ακούσω ξεκάθαρα τη φωνή του μέσα στο πλήθος.
  • Εξήγησε ξεκάθαρα τα βήματα για την αίτηση.
  • Από τα δεδομένα προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι μέθοδοι απέτυχαν.
  • Η διατύπωση πρέπει να είναι ξεκάθαρα κατανοητή από όλους.