ξεγλιστράω
ρήμα1. Κινούμαι ή βγαίνω κρυφά και αθόρυβα από έναν χώρο, θέση ή από τα χέρια κάποιου, χωρίς να γίνομαι εύκολα αντιληπτός.
2. Εξέρχομαι ή αποφεύγω μία δύσκολη κατάσταση, υποχρέωση ή συνέπεια με επιδεξιότητα, ώστε να μην εμπλακώ πλήρως.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί ξεγλιστράει από το χέρι της μητέρας του μέσα στο πλήθος.
- Ο πολιτικός πάντα προσπαθεί να ξεγλιστράει από τις ευθύνες του.
- Όταν τον ρωτάω για τα χρήματα, ξεγλιστράει με ασαφείς απαντήσεις.
- Η ευκαιρία του ξεγλιστράει μέσα από τα δάχτυλα όταν αμφιταλαντεύεται.
- Το ψάρι ξεγλιστράει από το αγκίστρι τη στιγμή που το τραβούσε.