ντροπιαστικός

επίθετο

1. Που προκαλεί ή επιφέρει αίσθημα ντροπής, αμηχανίας ή ταπείνωσης σε άτομο λόγω συμπεριφοράς, γεγονότος ή κατάστασης.

2. Που φέρει ή υποδηλώνει δημόσιο εξευτελισμό ή μείωση του κύρους, προκαλώντας αρνητική αξιολόγηση από άλλους.

Συνώνυμα

επαίσχυντος αισχρός εξευτελιστικός ταπεινωτικός ονειδιστικός ξεφτιλιστικός διασυρτικός ατιμώδης ατίμιος σκανδαλώδης σκανδαλιστικός κατακριτέος απαράδεκτος ανάξιος απεχθής ελεεινός προσβλητικός αηδιαστικός βδελυρός χυδαίος ανήθικος γελοίος απαξιωτικός εξοργιστικός απογοητευτικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ήταν ντροπιαστικό να ξεχάσω τον λόγο μου στη σκηνή.
  • Η ντροπιαστική δήλωση του πολιτικού προκάλεσε κύμα διαμαρτυριών.
  • Οι ενέργειές του ήταν ντροπιαστικές για όλη την οικογένεια.
  • Η δημόσια ήττα ήταν ντροπιαστική για την ομάδα.
  • Το άρθρο περιείχε ντροπιαστικό περιεχόμενο που πλήγωσε πολλούς ανθρώπους.