μυστηριώδης
επίθετο1. Που προκαλεί ή φέρει μυστήριο, παρουσιάζει ανεξήγητα, σκοτεινά ή δυσνόητα στοιχεία που δυσχεραίνουν την κατανόηση ή την ερμηνεία του.
Συνώνυμα
αινιγματικός κρυπτικός μυστηριακός μυστικός απόκρυφος άγνωστος περίεργος παράξενος αλλόκοτος σκιώδης ανεξιχνίαστος άδηλος ασύλληπτος κρυφός αινιγματώδης ανεξήγητος μυστικιστικός σκοτεινός ασαφής μυστικοπαθής υπερφυσικός απροσδιόριστος δαιδαλώδης μαγικός κρυμμένος αδιαφανής κρυπτός αμφίσημος συγκαλυμμένος άγνωστη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένας μυστηριώδης άνδρας στάθηκε στην είσοδο και δεν μίλησε.
- Υπήρχε μια μυστηριώδης σιωπή πριν αρχίσει η συναυλία.
- Η εξαφάνιση του αρχείου παραμένει μυστηριώδης.
- Οι συνάδελφοί του θεωρούσαν ότι ο τρόπος του ήταν μυστηριώδης.
- Η αφήγηση απέκτησε μια μυστηριώδης νότα που κράτησε το ενδιαφέρον.