μυαλωμένος

επίθετο

1. Που διαθέτει λογική και καλή κρίση στη σκέψη και στις αποφάσεις.

2. Που συμπεριφέρεται με ωριμότητα, αυτοσυγκράτηση και υπευθυνότητα.

3. Που έχει πρακτικό νου και ικανότητα να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά προβλήματα της καθημερινότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μυαλωμένος φίλος μου απέφυγε το ρίσκο και φρόντισε τα οικονομικά του.
  • Να είσαι μυαλωμένος και μην απαντάς σε προσβλητικά μηνύματα.
  • Ένας μυαλωμένος γονιός βάζει όρια αλλά και εξηγεί με ηρεμία.
  • Φαίνεται μυαλωμένος· ξέρει πότε να διαπραγματευτεί και πότε να υποχωρήσει.
  • Στις δύσκολες στιγμές έδειξε πόσο μυαλωμένος είναι και βρήκε λύσεις.