μπλοκ
ουσιαστικό1. Στερεό κομμάτι υλικού, συνήθως με καθορισμένο σχήμα (π.χ. κύβος ή παραλληλεπίπεδο), που χρησιμεύει ως δομικό στοιχείο ή εργαλείο.
2. Κτίριο ή συγκρότημα κτιρίων που αποτελούν ενιαίο σύνολο κατοικιών ή γραφείων.
Συνώνυμα
μπλόκο μπλοκάρισμα αποκλεισμός εμπόδιο εμπόδιση σημειωματάριο μπλοκάκι απόκρουση φράγμα φραγμός απόφραξη κώλυμα φρακάρισμα ακινητοποίηση τετράδιο κύβος παράγραφος ενότητα τμήμα συμμαχία κλίκα μέτωπο παράταξη πολυκατοικία συνασπισμός συμπαράταξη τούβλο κομμάτι κοινοπολιτεία κτήριο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έγραψε τις ιδέες του στο μπλοκ σημειώσεων.
- Το μπλοκ της πολυκατοικίας απέναντι χρειάζεται βάψιμο.
- Τον έκανα μπλοκ στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης.
- Στην αλυσίδα, κάθε μπλοκ περιέχει δεδομένα συναλλαγών.
- Ο παίκτης έκανε ένα εντυπωσιακό μπλοκ στο βόλεϊ.