μουδιασμένος
επίθετο1. Που έχει μερική ή πλήρη απώλεια αισθητικότητας σε περιοχή του σώματος, με αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνεται την αφή, τη θερμοκρασία ή τον πόνο.
Συνώνυμα
αναισθητοποιημένος αποσβολωμένος ζαλισμένος σαστισμένος παγωμένος άφωνος άλαλος αναίσθητος υποτονικός χλιαρός αφοπλισμένος θολωμένος ληθαργικός αμήχανος απαθής νωθρός αδρανοποιημένος μελαγχολικός μουντός άναυδος άτονος κατάπληκτος τρομαγμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πόδι του ήταν μουδιασμένο μετά την πολύωρη πτήση.
- Μόλις άκουσε τα νέα, έμεινε μουδιασμένος και δεν μίλησε.
- Η αγορά έμεινε μουδιασμένη μετά τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης.
- Ξύπνησα με το χέρι μουδιασμένο από την άβολη στάση στον ύπνο.
- Στην πρώτη συνέντευξη ο υποψήφιος φαινόταν μουδιασμένος και νευρικός.