μετριοπάθεια

ουσιαστικό

Ιδιότητα ή στάση που εκδηλώνεται με αποφυγή υπερβολών, διατήρηση μέτρου και αυτοελέγχου στη συμπεριφορά, στις κρίσεις και στις απαιτήσεις, καθώς και στον λόγο και στα έργα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μετριοπάθεια είναι αρετή που εκτιμάται από πολλούς.
  • Στη δημόσια συζήτηση, η μετριοπάθεια συχνά αποτρέπει τις ακρότητες.
  • Οι πολιτικοί που δείχνουν μετριοπάθεια κερδίζουν την εμπιστοσύνη του κέντρου.
  • Στις προσωπικές σχέσεις, η μετριοπάθεια στις απαιτήσεις διευκολύνει τη συμβίωση.
  • Η μετριοπάθεια στη διατροφή βοηθά στη διατήρηση καλής υγείας.