μετριοπάθεια
ουσιαστικόΙδιότητα ή στάση που εκδηλώνεται με αποφυγή υπερβολών, διατήρηση μέτρου και αυτοελέγχου στη συμπεριφορά, στις κρίσεις και στις απαιτήσεις, καθώς και στον λόγο και στα έργα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
υπερβολή ακρότητα ασυδοσία ασυγκράτηση αλαζονεία απληστία απερισκεψία υπερβολικότητα ξεφάντωμα παρορμητικότητα προκλητικότητα πάθος εμμονή παροξυσμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η μετριοπάθεια είναι αρετή που εκτιμάται από πολλούς.
- Στη δημόσια συζήτηση, η μετριοπάθεια συχνά αποτρέπει τις ακρότητες.
- Οι πολιτικοί που δείχνουν μετριοπάθεια κερδίζουν την εμπιστοσύνη του κέντρου.
- Στις προσωπικές σχέσεις, η μετριοπάθεια στις απαιτήσεις διευκολύνει τη συμβίωση.
- Η μετριοπάθεια στη διατροφή βοηθά στη διατήρηση καλής υγείας.