μεταφορά
ουσιαστικό1. Μετακίνηση ανθρώπων, αγαθών ή πραγμάτων από ένα σημείο σε άλλο με τη χρήση μέσων ή οδών.
2. Διαδικασία μεταβίβασης πληροφοριών, δεδομένων, ενέργειας ή νομικών δικαιωμάτων από έναν φορέα σε άλλον.
Συνώνυμα
μετακίνηση μεταβίβαση μεταγωγή μετατόπιση μετάθεση μετακόμιση διαμετακόμιση αποστολή παράδοση διακίνηση έμβασμα διαβίβαση τράνσφερ μετοίκηση μετάδοση αλληγορία παραβολή εκπομπή κίνηση αναβολή μετάβαση φόρτωση εκφόρτωση διανομή παρομοίωση σύμβολο εικόνα εικονισμός μετάφραση ανταλλαγή διερμηνεία εξαγωγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεταφορά των επιβατών έγινε με δύο λεωφορεία.
- Η μεταφορά των εμπορευμάτων καθυστέρησε λόγω καιρικών συνθηκών.
- Η μεταφορά των χρημάτων ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγα λεπτά.
- Η μεταφορά των αρχείων μέσω του δικτύου είναι γρήγορη.
- Η μεταφορά στη λογοτεχνία προσθέτει συμβολισμό στο κείμενο.
- Η μεταφορά θερμότητας μεταξύ των σωμάτων είναι σημαντική στη μηχανική.