μεμψιμοιρία

ουσιαστικό

Η συνήθεια ή η στάση να παραπονιέται κανείς διαρκώς, δίνοντας έμφαση στα αρνητικά και στη δυσαρέσκεια για καταστάσεις ή πρόσωπα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μεμψιμοιρία του στην ομάδα έκανε τους πάντες να κουραστούν.
  • Δεν βοηθάει η μεμψιμοιρία όταν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα· χρειάζονται λύσεις.
  • Παρά τις δυσκολίες, προσπάθησε να μιλήσει χωρίς μεμψιμοιρία.
  • Η συνεχής μεμψιμοιρία μπορεί να χαλάσει το κλίμα σε μια παρέα.
  • Οι φίλοι του τον αποφεύγουν όταν αρχίζει πάλι τη μεμψιμοιρία.