μαρτύριο
ουσιαστικό1. Σοβαρή και αβάσταχτη σωματική ή ψυχική ταλαιπωρία, πόνος ή οδύνη που προέρχεται από κακουχίες, βασανιστήρια ή παρατεταμένη δοκιμασία.
Συνώνυμα
βασανιστήριο βασανισμός βάσανο ταλαιπωρία δοκιμασία γολγοθάς κόλαση οδύνη πόνος κακουχία κολαστήριο εφιάλτης αγωνία δράμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μαρτύριο των πρώτων χριστιανών καταγράφεται στην ιστορία της εκκλησίας.
- Οι συνεχείς πόνοι ήταν για τον πατέρα της ένα ατελείωτο μαρτύριο.
- Η γραφειοκρατία στο δημόσιο έχει γίνει μαρτύριο για τους πολίτες.
- Η αναμονή στην ουρά για ώρες ήταν μαρτύριο.
- Η απώλεια του σκύλου της μετατράπηκε σε προσωπικό μαρτύριο.