παράδεισος

ουσιαστικό

1. Τόπος ή κατάσταση μεταθανάτιας ευδαιμονίας όπου, σύμφωνα με θρησκευτικές πεποιθήσεις, κατοικούν οι ψυχές των δικαίων.

2. Ιδανική, ανέφελη και τέλεια κατάσταση ή μέρος, χαρακτηριστικό για την ομορφιά, την ειρήνη και την ευτυχία που προσφέρει.

Συνώνυμα

ουρανός παραδεισάκι νιρβάνα ουτοπία κήπος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παράδεισος υπόσχεται αιώνια ειρήνη στους πιστούς.
  • Το νησί ήταν για τους τουρίστες ένας παράδεισος γεμάτος λευκές παραλίες.
  • Η προστατευόμενη έκταση είναι παράδεισος για τα σπάνια πουλιά.
  • Η σιωπή του βουνού μετά την καταιγίδα ήταν για εκείνους παράδεισος.
  • Στο μυθιστόρημα, ο παράδεισος περιγράφεται τόσο λεπτομερώς που μοιάζει αληθινός.