μαλθακός

επίθετο

1. Που έχει μαλακή, απαλή σύσταση ή υφή.

2. Που εμφανίζει έλλειψη σωματικής ή ψυχικής δύναμης, χωρίς αντοχή ή αποφασιστικότητα.

3. Που επιδεικνύει επιείκεια, χαλαρότητα ή απουσία αυστηρότητας στη συμπεριφορά ή στις απαιτήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ψωμί είναι μαλθακό σήμερα.
  • Ο καθηγητής ήταν μαλθακός με τους φοιτητές που δεν παρέδωσαν εργασίες.
  • Η πολιτική της εταιρείας ήταν μαλθακή απέναντι στις παραβάσεις.
  • Οι κριτικές ήταν μαλθακές, χωρίς αυστηρή αξιολόγηση.
  • Τα μέτρα του υπουργείου ήταν μαλθακά, χωρίς σαφείς κυρώσεις.