μαλάκας

ουσιαστικό

Λαϊκός και υβριστικός όρος που αποδίδεται σε πρόσωπο για να εκφράσει περιφρόνηση ή αγανάκτηση προς τη συμπεριφορά του, συχνά χρησιμοποιούμενος ως προσβολή ή χλευασμός στην ανεπίσημη ομιλία.

Συνώνυμα

βλάκας ηλίθιος ανόητος κρετίνος χαζός ιδιώτης βόδι κορόιδο αφελής παλαβός μούλος μπουνταλάς τούβλο άμπαλος κωλόπαιδο κοπρόσκυλο καριόλης ξεφτίλας παλιάνθρωπος κουτός παλτάς τραγικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μην είσαι μαλάκας, θα το λύσουμε μαζί.
  • Τι μαλάκας ήμουν που ξέχασα τα εισιτήρια!
  • Ο μαλάκας έσπασε το παράθυρο κατά λάθος.
  • Ρε μαλάκας, δεν το είδες ότι έρχεται αυτοκίνητο;
  • Μεταξύ φίλων λέμε «είσαι μαλάκας» σαν πείραγμα χωρίς κακή πρόθεση.