μαγικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με τη μαγεία ή με πρακτικές και φαινόμενα που αποδίδονται σε υπερφυσικές δυνάμεις.
2. Που προκαλεί έντονο θαυμασμό, δέος ή αίσθηση μυστηρίου, όπως κάτι που φαίνεται ανεξήγητο ή υπερφυσικό.
Συνώνυμα
μαγευτικός μαγεμένος μαγιστικός παραμυθένιος παραμυθιακός υπερφυσικός θαυματουργός παραμυθικός αποκρυφιστικός απόκρυφος εξαίσιος ονειρικός φανταστικός θαυμαστός μυστηριώδης μυστικιστικός μυστηριακός συναρπαστικός σαγηνευτικός γοητευτικός θεϊκός ουράνιος παραδεισένιος καταπληκτικός γαμάτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μαγικό ξόρκι έκανε τα κεριά να αιωρούνται.
- Οι μαγικοί ήχοι της ορχήστρας ταξίδεψαν το κοινό.
- Η μαγική ατμόσφαιρα της παλιάς γειτονιάς με μάγεψε.
- Η στιγμή που συναντηθήκαμε ξανά ήταν απλά μαγική.
- Ο μαγικός αριθμός των υποστηρικτών έκρινε την έκβαση της ψηφοφορίας.