μαγευτικός
επίθετο1. Που προκαλεί έντονο θαυμασμό και γοητεία, συγκινεί ή καθηλώνει τις αισθήσεις και τραβάει την προσοχή.
2. Που δίνει αίσθηση υπερβατικότητας ή παραμυθένιας ατμόσφαιρας, σαν να ανήκει σε έναν εξωπραγματικό ή ονειρικό κόσμο.
Συνώνυμα
σαγηνευτικός γοητευτικός παραμυθένιος μαγικός υπνωτικός εκθαμβωτικός ονειρικός ονειρεμένος εξωπραγματικός μεθυστικός ακαταμάχητος φαντασμαγορικός εξαίσιος θαυμάσιος θελκτικός θεσπέσιος πανέμορφος ελκυστικός δελεαστικός μαγνητικός εντυπωσιακός συναρπαστικός εκπληκτικός καταπληκτικός θεαματικός υπέροχος απογειωτικός εκστατικός πρωτόγνωρος απολαυστικός ενδιαφέρων
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θέα του κάστρου το βράδυ ήταν μαγευτική.
- Ο πιανίστας έπαιξε ένα μαγευτικό κομμάτι που συγκίνησε το κοινό.
- Η ηθοποιός είχε μια μαγευτική παρουσία στη σκηνή.
- Οι διακοπές στο νησί μάς χάρισαν μαγευτικές αναμνήσεις.
- Το μουσείο παρουσίασε μαγευτικά εκθέματα φωτός.
- Ήταν μια μαγευτική εμπειρία που δεν θα ξεχάσω.