μάχομαι

ρήμα

1. Προβαίνω σε ένοπλη ή οργανωμένη πάλη εναντίον αντιπάλου, σε πεδίο μάχης ή σε στρατιωτική σύγκρουση.

2. Αγωνίζομαι με αποφασιστικότητα και επίμονη προσπάθεια για την υπεράσπιση, προώθηση ή επίτευξη μιας ιδέας, θέσης ή σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο πεδίο της μάχης μάχομαι δίπλα στους συμπολεμιστές μου.
  • Καθημερινά μάχομαι για τα δικαιώματα των εργαζομένων.
  • Μέσα μου μάχομαι να ξεπεράσω τους φόβους μου.
  • Ακόμα μάχομαι με την ασθένεια και δεν το βάζω κάτω.
  • Στο σχολείο μάχομαι να προλάβω όλες τις εργασίες.