μάστιγα

ουσιαστικό

1. Εργαλείο ή όργανο που χρησιμοποιείται για το χτύπημα ή τη φυσική τιμωρία.

2. Μεταφορικά: δεινή κατάσταση ή μεγάλη καταστροφή που προκαλεί εκτεταμένα βάσανα, ζημία ή διατάραξη σε ανθρώπους, κοινότητες ή το περιβάλλον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καβαλάρης ύψωσε τη μάστιγα για να τιμωρήσει το άλογο.
  • Η μάστιγα της ανεργίας πλήττει τις νέες γενιές.
  • Στη μεσαιωνική Ευρώπη, η μάστιγα της πανούκλας σκόρπισε τον όλεθρο.
  • Τα ναρκωτικά είναι πραγματική μάστιγα για πολλές κοινότητες.
  • Η ξηρασία έγινε μάστιγα για τους μικρούς αγρότες.