λευτεριά
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία ένα άτομο, μια ομάδα ή ένας λαός δεν υπόκειται σε καταναγκαστική ή καταπιεστική εξουσία και απολαμβάνει αυτονομία στις πολιτικές, κοινωνικές και προσωπικές επιλογές του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λευτεριά ήρθε με τον αγώνα των προγόνων μας.
- Μετά από είκοσι χρόνια φυλακής, πήρε επιτέλους λευτεριά.
- Μην του στερείς την λευτεριά να επιλέγει τη ζωή του.
- Το τραγούδι είναι ύμνος για τη λευτεριά και την αξιοπρέπεια.
- Κάθε άνθρωπος αξίζει λευτεριά.