κρησφύγετο
ουσιαστικό1. Χώρος, συνήθως απομονωμένος ή κρυμμένος, στον οποίο κάποιος καταφεύγει για να κρυφτεί ή να προστατευτεί από κίνδυνο, δίωξη ή αναζήτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστυνομία εντόπισε το κρησφύγετο των δραστών σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο.
- Η αλεπού έσκαψε ένα κρησφύγετο στο λόφο για να μεγαλώσει τα μικρά της.
- Κρύψαμε τα χρήματα σε ένα κρησφύγετο πίσω από τον παλιό τοίχο του σπιτιού.
- Κατά τους βομβαρδισμούς οι κάτοικοι βρήκαν κρησφύγετο στα υπόγεια της γειτονιάς.
- Η μικρή βιβλιοθήκη της πόλης έγινε το κρησφύγετο για όσους ήθελαν να ξεφύγουν από την καθημερινότητα.