κούρσα
ουσιαστικό1. Αγώνας ταχύτητας μεταξύ συμμετεχόντων, συνήθως οχημάτων, αλόγων ή αθλητών.
2. Σύντομη διαδρομή ή βόλτα με όχημα, ιδιαίτερα για μεταφορά ή ψυχαγωγία.
3. Λαϊκή ονομασία για γρήγορο ή ισχυρό αυτοκίνητο, με έμφαση στην επιτάχυνση και τις επιδόσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κούρσα των 100 μέτρων θα γίνει αύριο στο στάδιο.
- Ο αγαπημένος μου ίππος κέρδισε την κούρσα.
- Ήρθε με την κούρσα του και μας περίμενε στην είσοδο.
- Μπορείς να μου κάνεις μια κούρσα μέχρι τον σταθμό;
- Η κούρσα για την προεδρία του συλλόγου είναι σκληρή.