κουμπώνω
ρήμα1. Ενώνω ή στερεώνω δύο ή περισσότερα μέρη με μηχανικό τρόπο, ταιριάζοντας το ένα στο άλλο ώστε να ασφαλίσουν (π.χ. με κουμπί, κόπιτσο ή αγκράφα).
2. Κλείνω ένδυμα ή τμήμα ρουχισμού συγκρατώντας τα άκρα του ώστε να φοριέται σταθερά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μη ξεχάσεις να κουμπώσεις το παλτό σου πριν βγεις.
- Η μαμά κουμπώνει τα κουμπιά του πουκαμίσου του μικρού.
- Τα κομμάτια του παζλ κουμπώνουν τέλεια μεταξύ τους.
- Τα καλώδια της τηλεόρασης κουμπώνουν στο πίσω μέρος της συσκευής.
- Το ραντεβού κουμπώνει με το πρόγραμμά μου, οπότε θα έρθω.