καταφρονώ

ρήμα

Θεωρώ και αντιμετωπίζω κάποιον ή κάτι ως κατώτερο, ασήμαντο ή μη άξιο σεβασμού, εκφράζοντας αυτή την κρίση με λόγια, στάση ή πράξεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Καταφρονώ όσους προδίδουν την εμπιστοσύνη.
  • Ο καθηγητής καταφρονεί τις εύκολες απαντήσεις που δεν στηρίζονται σε επιχειρήματα.
  • Δεν καταφρονώ τις μικρές αποτυχίες, γιατί οδηγούν σε μάθηση.
  • Τον καταφρόνησα όταν διαπίστωσα ότι δεν σέβεται τους άλλους.
  • Οι νέες γενιές καταφρονούν στερεότυπα που περιορίζουν την ελευθερία.