κατακτώ

ρήμα

1. Αποκτώ με τη βία ή με στρατιωτικά και πολιτικά μέσα τον έλεγχο και την κυριαρχία επί τόπου, λαού ή οντότητας.

2. Κερδίζω την εύνοια, την αγάπη ή την εμπιστοσύνη κάποιου, κάνοντας τον να με αποδεχτεί ή να με υποστηρίξει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ κατακτώ την πόλη μετά από σκληρή μάχη.
  • Κάθε φορά που ανεβαίνω, κατακτώ την κορυφή του βουνού.
  • Μέσα από εξάσκηση, κατακτώ τους φόβους μου.
  • Με ειλικρίνεια και συνέπεια, κατακτώ την εμπιστοσύνη των συνεργατών μου.
  • Προσπαθώ να κατακτώ νέα γνώση κάθε μήνα.