καταδικάζω
ρήμα1. Εκφράζω δημόσια ή έντονα αποδοκιμασία, κατακρίνοντας ηθικά ή κοινωνικά μια πράξη, συμπεριφορά ή άποψη.
2. Δηλώνω επίσημα, συνήθως σε δικαστική διαδικασία, ότι κάποιος είναι ένοχος και του επιβάλλω ή προτείνω ποινή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως δικαστής καταδικάζω τον κατηγορούμενο σε δέκα χρόνια φυλάκιση.
- Στον δημόσιο λόγο μου καταδικάζω με απερίφραστο τρόπο κάθε μορφή ρατσισμού.
- Με αυτήν την απόφαση καταδικάζω την εταιρεία σε οικονομική χρεοκοπία.
- Συχνά, όταν μετανιώνω, καταδικάζω τον εαυτό μου για τα λάθη μου.
- Με το να αγνοώ το πρόβλημα καταδικάζω την κοινότητα σε μακροχρόνια υποβάθμιση.