κατάπαυση

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση κατά την οποία μια συνεχιζόμενη ενέργεια, λειτουργία ή διαδικασία διακόπτεται προσωρινά ή οριστικά, με αποτέλεσμα να αναστέλλεται η περαιτέρω εκτέλεση των σχετικών ενεργειών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ζήτησαν άμεση κατάπαυση του πυρός για να σωθούν οι άμαχοι.
  • Μετά από ώρες έντασης, επήλθε μια προσωρινή κατάπαυση των εχθροπραξιών.
  • Η κατάπαυση της συζήτησης έδωσε σε όλους λίγο χρόνο να σκεφτούν.
  • Με την προσευχή επιδιώκουν εσωτερική κατάπαυση και γαλήνη.
  • Η αιφνίδια κατάπαυση των ανέμων έκανε τη θάλασσα να μοιάζει ακίνητη.