κακόβουλος

επίθετο

Που ενεργεί ή εκδηλώνεται με πρόθεση να προκαλέσει βλάβη, ζημιά ή δυσφορία σε άλλους, ή που χαρακτηρίζεται από κακές προθέσεις.

Συνώνυμα

μοχθηρός κακοπροαίρετος κακός ύπουλος δολοπλόκος πονηρός δολερός κακοήθης ραδιούργος αχρείος βλαπτικός εχθρικός φαύλος σκληρός δυσμενής ανελέητος απάνθρωπος μισαλλόδοξος μνησίκακος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κακόβουλος σχολιασμός του πλήγωσε τους συναδέλφους του.
  • Το πρόγραμμα εντοπίστηκε ως κακόβουλο λογισμικό.
  • Έκανε μια κακόβουλη κίνηση για να δημιουργήσει πρόβλημα.
  • Η κακόβουλη φήμη διαδόθηκε γρήγορα στο διαδίκτυο.
  • Δεν πίστεψε την κακόβουλη πρόθεση πίσω από τα λόγια του.